Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Ταξιδιώτες στο χρόνο

Παρόλο που η γραμμική πορεία του χρόνου είναι «νόμος απαράβατος» στον κόσμο που ζούμε, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν καταφέρει να «γλιστρήσουν» σε κάποια άλλη εποχή, και να δουν εικόνες από το παρελθόν.

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ








Στις αρχές του 1960, ο αρχαιολόγος Τζ. Μπ. επισκέφτηκε μια κωμόπολη, βορειανατολικά της λίμνης Νοϊτσάτελ, στην Ελβετία. Μαζί του ήταν δύο Αμερικανοί φίλοι του, ο δρ. Τσαρλς Μιούζις, γνωστός παραψυχολόγος και η γυναίκα του. Η κωμόπολη είχε χτιστεί στη θέση μιας αρχαίας, ρωμαϊκής πόλης και στο κέντρο της υπήρχαν τα ερείπια από το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το θέατρο και το ιπποδρόμιο.
Οι επισκέπτες πήγαν πρώτα στο αμφιθέατρο και κατόπιν πήγαν στο θέατρο, όπου σωζόταν ένα μέρος της ορχήστρας (ο ημικυκλικός χώρος μπροστά στη σκηνή) καθώς και μερικές από τις σειρές των κερκίδων. Οι τρεις επισκέπτες εξέτασαν πρώτα τη σκηνή και έπειτα προχώρησαν στην ορχήστρα. Εκεί χωρίστηκαν και ο αρχαιολόγος ξαναπήγε στη σκηνή, ενώ οι φίλοι του ανέβηκαν στις ψηλότερες κερκίδες. Θέλοντας να δοκιμάσουν την ακουστική του θεάτρου, ο αρχαιολόγος άρχισε να μιλάει με τον τρόπο που έδινε συνήθως τις διαλέξεις του, και οι φίλοι του, από τις κερκίδες τού έγνεψαν ότι τον άκουγαν θαυμάσια. Στη συνέχεια, ο αρχαιολόγος αποχώρησε από τη σκηνή και κατευθύνθηκε προς την ορχήστρα, όπου δοκίμασε μια πραγματικά παράδοξη εμπειρία.
Όλα τα κατεστραμμένα μέρη του θεάτρου είχαν αποκατασταθεί ως δια μαγείας, και είχε αρχίσει να γεμίζει με θεατές. Άνθρωποι, ντυμένοι με χιτώνες, έμπαιναν και κάθονταν στις κερκίδες. Στην τελευταία σειρά των κερκίδων είδε μια παρέα από θεατές και ανάμεσά τους ένα όμορφο κορίτσι, ντυμένο με κίτρινο χιτώνα. Καθώς ο αρχαιολόγος παρατηρούσε την κοπέλα, φαίνεται ότι και εκείνη τον αντιλήφθηκε. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και το κορίτσι ταράχτηκε με ό,τι έβλεπε. Τραβούσε τα ρούχα των φίλων της και τους έδειχνε προς τον «περίεργο άνθρωπο» που βρισκόταν στην ορχήστρα. Φαίνεται όμως ότι εκείνοι δεν μπορούσαν να τον δουν. Κατόπιν ανέβηκε στην ορχήστρα ένας νεαρός, κρατώντας ένα έγχορδο όργανο, και άρχισε να παίζει. Ο αρχαιολόγος άκουσε τις πρώτες νότες αμυδρά, καθώς η εικόνα του κοριτσιού και των θεατών, έσβηνε σιγά-σιγά.
Σε μια επιστολή που έστειλε αργότερα ο αρχαιολόγος Τζ. Μπ στην ερευνήτρια Τζόαν Φόρμαν, περιγράφοντας αυτό το «ταξίδι του στο χρόνο» ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της εμπειρίας του το οπτικό πεδίο του έδειχνε να μην έχει το συνηθισμένο εύρος του. «Βρέθηκα ανάμεσα στους θεατές μιας παράστασης που έλαβε χώρα πριν από 1.700 χρόνια. Η επαφή ήταν αμφίδρομη. Είδα την κοπέλα και με είδε κι αυτή. Πόσο παράξενος θα της φαινόμουν άραγε!»
Παρότι το όνομα του αρχαιολόγου δεν αναφέρεται για ευνόητους λόγους, δεν πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, για κάποιο όραμα ή για ανάμνηση κάποιας περασμένης ζωής. Είναι μια σχετικά συνηθισμένη περίπτωση χρονομετάθεσης, όπως αποκαλούνται οι εμπειρίες αυτού του είδους.
Πολλοί ερευνητές παραφυσικών φαινομένων έχουν ασχοληθεί με το θέμα και έχουν καταγράψει δεκάδες παρόμοιες αναφορές από ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, χωρίς να μπορούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια τη φύση του φαινομένου. Κατά γενική εκτίμηση όμως, πρόκειται για ένα φαινόμενο όπου ο χρόνος φαίνεται να χάνει τη γραμμικότητά του και να «αναδιπλώνεται» επιτρέποντας σε κάποιον να παρατηρήσει εικόνες του παρελθόντος.
Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στην διεθνή βιβλιογραφία του παράδοξου, οι άνθρωποι της προγενέστερης εποχής, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία των παρατηρητών από την εποχή μας. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπως, αυτή του Βρετανού αρχαιολόγου, όπου υπάρχει αμφίδρομη οπτική επαφή ή, όταν υπάρχουν και ζώα στην σκηνή, φαίνεται ότι διαισθάνονται την παρουσία τους.
Η διάρκεια των χρονομεταθέσεων είναι συνήθως μερικά δευτερόλεπτα. Έχουν όμως καταγραφεί και περιπτώσεις που αυτή διήρκεσε πολύ περισσότερο, και μάλιστα υπήρξε και επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους των δύο διαφορετικών εποχών.
Τον Οκτώβριο του 1979, δύο ζευγάρια από το Ντόβερ της Αγγλίας, ο Λεν με την Σύνθια Γκίσμπι και ο Τζεφ με Πολίν Σίμπσον, ξεκίνησαν οδικώς ένα ταξίδι με προορισμό την Ισπανία. Πέρασαν τη Μάγχη με οχηματαγωγό και από τη Γαλλία συνέχισαν με το αυτοκίνητό τους για την Ισπανία.
Στις 3 Οκτωβρίου, γύρω στις 9.30' το βράδυ, καθώς βρίσκονταν στην εθνική οδό, κοντά στην πόλη Μοντελιμάρ της Γαλλία και προχωρούσαν προς τα νότια, ένιωσαν κουρασμένοι να συνεχίσουν το ταξίδι τους, και καθώς είχε αρχίσει να νυχτώνει, αποφάσισαν να βρουν ένα μέρος για να κοιμηθούν. Μπροστά τους φάνηκε ένα πολυτελές μοτέλ και σταμάτησαν για να διανυχτερεύσουν εκεί. Όταν ο Λεν μπήκε στο κτίριο, συνάντησε έναν άνδρα ντυμένο με μια πολύχρωμη τοπική ενδυμασία, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι δεν υπήρχαν άδεια δωμάτια. Του πρότεινε όμως να συνεχίσουν την πορεία τους, όπου λίγο νοτιότερα σε έναν δρόμο που οδηγούσε έξω από την εθνική, θα έβρισκαν ένα μικρό ξενοδοχείο.
Ακολούθησαν με ακρίβεια τις υποδείξεις του άνδρα και σε λίγη ώρα έφτασαν μπροστά σε ένα μακρύ και χαμηλό κτίριο με μια σειρά φωτισμένα παράθυρα. Η Σύνθια βγήκε να ρωτήσει, αλλά σύντομα ξαναγύρισε στο αυτοκίνητο λέγοντας: ότι δεν επρόκειτο για ξενοδοχείο, αλλά για ένα πανδοχείο. Έτσι, συνέχισαν να ταξιδεύουν στον παράδρομο της εθνικής, ο οποίος περιστοιχιζόταν από ατέλειωτες δενδροστοιχίες από τη μια κι από την άλλη πλευρά του.
Δεν πέρασε πολύ ώρα, και τελικά συνάντησαν δύο ακόμη κτίρια. Το ένα έμοιαζε με αστυνομικό τμήμα, και το άλλο, ένα δυόροφο παλιομοδίτικο οίκημα είχε μια πινακίδα που έγραφε «Ξενοδοχείο». Πραγματικά, υπήρχαν δωμάτια και οι κουρασμένοι ταξιδιώτες ξεφόρτωσαν τα πράγματά τους. Ήταν ήδη 10 το βράδυ, και δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην παράξενη εξωτερική εμφάνιση του κτιρίου. Ούτε καν τους παραξένεψε η έλλειψη τηλεφώνου ή ασανσέρ, ούτε και τα βαριά παλιομοδίτικα έπιπλα στη είσοδο του ξενοδοχείου. Ωστόσο, ένιωσαν κάπως παράξενα όταν διαπίστωσαν ότι τα κρεβάτια στα δωμάτια είχαν βαριά σεντόνια και μαξιλάρες, ενώ δεν υπήρχαν κλειδαριές στις πόρτες, παρά μόνο ξύλινα μάνταλα.
Παρ’ όλα αυτά, κατέβηκαν να δειπνήσουν και κατόπιν ξαναγύρισαν να κοιμηθούν στα δωμάτιά τους. Το πρωί τους ξύπνησε ο ήλιος που έμπαινε από τα παράθυρα, τα οποία διέθεταν μεν ξύλινα παραθυρόφυλλα, αλλά όχι τζάμια. Τα δύο ζευγάρια κατέβηκαν για πρωινό, το οποίο αποτελούνταν από τσάι και καφέ. Στην τραπεζαρία συνάντησαν μια κυρία, το φόρεμα της οποίας έδειχνε σαν να είχε μόλις γυρίσει από κάποιο χορό. Την ώρα που έπιναν το ρόφημά τους, μπήκαν στο ξενοδοχείο δύο χωροφύλακες ντυμένοι και αυτοί παράξενα. Οι στολές τους ήταν εντελώς διαφορετικές από αυτές που φορούσαν οι χωροφύλακες που είχαν συναντήσει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, επιπλέον, φορούσαν μεγάλα καπέλα με γείσο, και είχαν κάπες στους ώμους τους.
Παρά το παράξενο σκηνικό, τα ζευγάρια τέλειωσαν το πρωινό τους και ανέβηκαν να μαζέψουν τα πράγματά τους. Στα δωμάτια τράβηξαν μάλιστα και μια δύο φωτογραφίες ως ενθύμιο από αυτό το ασυνήθιστο ξενοδοχείο, και κατέβηκαν για να πληρώσουν το λογαριασμό και να φύγουν. Έμειναν έκπληκτοι όταν ο ξενοδόχος τους ζήτησε μόνο 19 φράγκα ποσό που δεν αντιστοιχούσε ούτε στο πρωινό τους. Παρά την επιμονή τους ότι ίσως είχε γίνει κάποιο λάθος, τελικά πλήρωσαν το ποσό και ζήτησαν από τους χωροφύλακες να τους υποδείξουν έναν σύντομο δρόμο για να βγουν στην εθνική οδό προς την πόλη Αβινιόν και τα ισπανικά σύνορα. Οι πληροφορίες τους ήταν κάπως ασαφείς, και οι ταξιδιώτες συμβουλεύτηκαν τον χάρτη τους. Βγήκαν πάλι στην εθνική και τελικά έφθασαν στην Ισπανία όπου έμειναν για δύο εβδομάδες.
Στο γυρισμό τους, τα δύο ζευγάρια σκέφτηκαν να περάσουν πάλι από το παράξενο ξενοδοχείο. Κανένα άλλο μέρος δεν τους είχε προσφέρει τόσο φθηνές και σχετικά καλές υπηρεσίες, και θέλησαν να ξαναζήσουν αυτή την ιδιαίτερη εμπειρία. Παρόλο που η νύχτα ήταν βροχερή, κατάφεραν να βρουν το δρόμο προς αυτό, μόνο που αυτή τη φορά ήταν εντελώς διαφορετικός, και δεν υπήρχε πουθενά το ξενοδοχείο που έψαχναν. Ξαναγύρισαν στην εθνική και πήγαν στο πολυτελές μοτέλ, όπου είχαν συναντήσει τον άνδρα με την πολύχρωμη τοπική ενδυμασία. Αυτή τη φορά τους υποδέχτηκε ένας σύγχρονος Γάλλος, ο οποίος όχι μόνο δεν γνώριζε κάποιο ξενοδοχείο όπως αυτό που του περιέγραφαν, αλλά δεν ήξερε και τον άνθρωπο που τους είχε δώσει τις πληροφορίες. Τα δύο ζευγάρια έκαναν τρεις φορές τη διαδρομή από το μοτέλ έως το σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται το ξενοδοχείο, αλλά δεν κατάφεραν να το εντοπίσουν. Συνέχισαν λοιπόν, τον δρόμο τους, και διανυχτέρευσαν σε κάποιο ξενοδοχείο που συνάντησαν. Τα δωμάτιά τους είχαν όλες τις σύγχρονες ανέσεις και το κόστος τους, μαζί με βραδινό και πρωινό, ήταν 247 φράγκα.
Μετά την επιστροφή τους στην Αγγλία, διηγήθηκαν το παράξενο συμβάν σε έναν φίλο τους σκηνογράφο, ο οποίος με έκπληξη τους πληροφόρησε ότι τα ρούχα των ανθρώπων και τα έπιπλα του ξενοδοχείου έμοιαζαν να ανήκουν στην περίοδο του 1900. Όταν εμφάνισαν τα φιλμ που είχαν τραβήξει κατά τη διάρκεια των διακοπών τους, πουθενά δεν υπήρχαν οι φωτογραφίες στο «εξαφανισμένο» ξενοδοχείο. Όπως διαπίστωσαν, όλα τα φιλμ ήταν πλήρη και δεν υπήρχαν κατεστραμμένα καρέ στα αρνητικά. Έμοιαζε σαν να μην είχαν τραβηχτεί ποτέ οι φωτογραφίες στο παράξενο ξενοδοχείο.
Η παράξενη ιστορία των δύο ζευγαριών είδε το φως της δημοσιότητας το 1982, όταν την άκουσε τυχαία κάποιος δημοσιογράφος από φίλους τους και τη δημοσίευσε στην εφημερίδα του Ντόβερ, και κατόπιν παρουσιάστηκε μια δραματοποιημένη εκδοχή της σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι. Αρκετοί ερευνητές παραφυσικών φαινομένων που ερεύνησαν την υπόθεση και μίλησαν με τα ζευγάρια δεν κατάφεραν να μάθουν τίποτε περισσότερο από όσα είχαν ήδη δημοσιευθεί. Το 1985 μάλιστα, ο ψυχίατρος Άλμπερτ Κέλερ πραγματοποίησε μια συνεδρία ύπνωσης με τον Τζεφ Σίμπσον, αλλά και πάλι δεν αποκαλύφθηκε κάποιο επιπλέον στοιχείο. Όσον αφορά τα φιλμ, ένας έλεγχος σε αυτό όπου θα έπρεπε να υπήρχαν οι φωτογραφίες του εξαφανισμένου ξενοδοχείου, αποκάλυψε ότι οι πλαϊνές εγκοπές, περίπου στη μέση του, ήταν φθαρμένες, σαν κάτι να είχε εμποδίσει το ομαλό ξετύλιγμα του φιλμ σε εκείνο το σημείο.
Είναι πραγματικά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος τι συνέβη στους τέσσερις ανθρώπους της εποχής μας. Το πιθανότερο είναι ότι κατάφεραν να σχίσουν το πέπλο του χρόνου και να ζήσουν για λίγες ώρες σε μια άλλη εποχή, χωρίς ωστόσο να το επιδιώξουν ή να έχουν συναίσθηση του γεγονότος. Είναι ακόμη πιθανό να πέρασαν σε κάποιο άλλο χωροχρονικό συνεχές, σε κάποιον παράλληλο κόσμο, που βρίσκεται δίπλα στον δικό μας και έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτόν. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο χρόνος κρατάει καλά φυλαγμένα τα μυστικά του, και δεν έχει διάθεση να τα αποκαλύψει στον άνθρωπο.
Βιβλιογραφία  
  • The Mask of the Time, Joan Forman, Macdonald and Jane's, 1978


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου