Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Επίσκεψη στο Νεραϊδόκηπο

Ο Νεραϊδόκηπος είναι πύλη μεταφυσικής για τους λάτρεις του
παραδόξου
Η τοποθεσία αυτή  βρίσκεται στην περιοχή του νομού Μεσσηνίας και
συγκεκριμένα στα σύνορα του χωριού Πεύκο «Μπάλα», το οποίο ανήκει
στον δήμο Οιχαλίας.





 Το συγκεκριμένο χωριό είναι ορεινό,και βρίσκεται στα 500 περίπου
μ. Υ.
  είναι αρκετά μικρό, αφού πλέον είναι σχεδόν εγκαταλελειμμένο και
κατοικούν σε αυτό μονάχα καμιά δεκαριά άνθρωποι, με αποτέλεσμα τα
περισσότερα κτήρια να είναι μισογκρεμισμένα.


Προσωπική εμπειρία  για το Νεραϊδόκηπο

Είχα πάει με παρέα.Αφήσαμε το αμάξι στο άνοιγμα, δίπλα στα
τελευταία σπίτια του χωριού και συνεχίσαμε με τα πόδια από την
αρχή του μονοπατιού.
  Η ώρα θα ήταν περίπου 00:00 – 00:30. Περασμένα μεσάνυχτα. Όλοι
μας γελούσαμε πιστεύοντας πως θα ακούμε πράγματα και ήχους στο
σκοτάδι και θα ψευτοτρομάζουμε για να κάνουμε το χαβαλέ μας.
 Όμως όχι. Είχαμε περπατήσει καμιά εκατοσταριά μέτρα όταν είδα το
πιο όμορφο πράγμα στη ζωή μου.
 Τίποτε άλλο δεν θα μπορέσει να φτάσει το μούδιασμα και την
έκσταση που μου  πρόσφερε εκείνο το άσπρο παχύ σύννεφο, που
κατέβαινε από την κορυφή του λοφίσκου μπροστά μας σχεδόν τρέχοντας
προς τους πρόποδές του και ξαφνικά ΠΟΥΦ ! εξαφανίστηκε ως δια
μαγείας σαν να μην υπήρξε ποτέ.
 Κανένας από την παρέα μου δεν μίλησε εκείνη τη στιγμή. Μονάχα 2
λεπτά αργότερα όλοι αρχίσαμε να φωνάζουμε και να λέμε «Το είδες
αυτό;» «Κουνήθηκε τόσο γρήγορα!» «Ήταν σαν τα συννεφάκια στα
παραμύθια που κινούνται γρήγορα όταν είναι ζωντανά!» κλπ κλπ. Όλοι
είχαμε μαγευτεί. Τίποτα δεν θα μου προσφέρει ξανά αυτή τη λάμψη
στα μάτια.
Συνεχίσαμε ξανά. Δεν ήταν λόγος αυτός για να καθυστερούμε, όσο
όμορφο και αν μας είχε φανεί. Θέλαμε να εξερευνήσουμε την περιοχή
εν ώρα νύχτας και αν παραμέναμε μονίμως στο ίδιο σημείο δεν θα
βλέπαμε τίποτα το αξιόλογο πια.



Ήμασταν 6 άτομα και στο μονοπάτι περπατούσαμε ανά δυάδες. Δεξιά
και αριστερά ακούγονταν ήχοι από τα φύλλα και τα κλαδιά που
γδέρνονταν από τον χειμωνιάτικο άνεμο.
 Που γδέρνονταν όμως. Όχι που έσπαγαν καταγής. «Τι ήταν αυτό?»
ρώτησε ο Κ. «Τίποτα ρε, προχώρα. Όσο τρομάζεις δεν θα καταφέρεις
να ξεχωρίσεις το πραγματικό από το φανταστικό» του είπα.
Όμως μέσα μου ήξερα πως ο Κ. είχε δίκιο. Και πως το πραγματικό πια
δεν είχε καμία απολύτως διαφορά από το φανταστικό. Συνεχίζαμε να
περπατάμε ενώ το κρύο μας τύλιγε όλο και πιο πολύ.
Τα δάχτυλά μου τα ένιωθα παγωμένα και άκαμπτα πράγμα περίεργο
διότι και σε χιόνι μέσα να τα βάλω, δεν νιώθω τόσο έντονα το κρύο
στο σώμα μου.
Κλαδιά έσπαγαν ανά ώρες γύρω μας. «Το είδατε αυτό?!» φώναξε ο Χ.
«Ποιο?» του απάντησε ένα άλλο μέλος της παρέας. «Αυτό εκεί που
έτρεχε εδώ δίπλα μας! Εδώ σας λέω, εδώ! Στο χωράφι δίπλα μας!» δεν
θέλαμε να μιλήσουμε.
 Όσο και να ξύπναγε το αίμα μας από όλα αυτά που μας συνέβαιναν
δεν παύαμε να ανησυχούμε για το άγνωστο όπως κάθε άνθρωπος φυσικά.
«Προχώρα, προχωρήστε» είπε ο Γ. θέλοντας να δώσει δύναμη στους
υπόλοιπους παρότι και ο ίδιος είχε χάσει τα μισά του κότσια μετά
από αυτό.
Τίποτα δεν είχε μπει στο δρόμο μας. Όλα εξελίσσονταν δεξιά και
αριστερά, σαν να μας εξέταζαν, σαν να μας παραμόνευαν οι δυνάμεις
της περιοχής. Είχαμε πια περπατήσει πολύ βαθιά. Θα ήταν καμιά ώρα
που προχωράγαμε μέσα στο μονοπάτι και αποφασίσαμε να σταματήσουμε
για να δούμε τι θα κάνουμε.
Μπροστά μου στάθηκαν τα 3 άτομα με την πλάτη τους γυρισμένη σε
μένα και τα υπόλοιπα 2 κοίταζαν ευθεία στο πρόσωπο τους
μπροστινούς μου.  Εγώ είχα μείνει εκτός συζήτησης.
 Είχα δηλώσει πως είτε συνεχίζαμε είτε επιστρέφαμε δεν θα έφερνα
καμία αντίρρηση. Εκεί που συζητούσαν ακούω τον Δ . να λέει «Εσύ τι
λες ρε?» και να κοιτάει το κενό δεξιά του για μια στιγμή και
έπειτα σαν χαμένος να γυρνά προς τα αριστερά του και να κοιτάζει
τον ένα φίλο μας. «Εδώ είσαι?» τον ρώτησε ο Δ. «Ε που θες να
ήμουν? Εδώ στάθηκα από την αρχή» του απάντησε εκείνος. «Εγώ είδα
μια μαύρη φιγούρα στα δεξιά μου να στέκεται ακίνητη με ανάστημά
σου και νόμιζα πως ήσουν εσύ!» φώναξε ο Δ.
Εκείνη τη στιγμή η απόφαση ήταν ομόφωνη. Επιστρέφουμε!
Διαδρομή μιας ώρας, την γυρίσαμε σε 25 περίπου λεπτά! Όλοι ήταν
στην τσίτα και κανένας δεν ένιωθε τόσο έντονα το αίσθημα της
εξερεύνησης πια. Απλώς θέλαμε να γυρίσουμε πίσω.
 Μπορώ να πω όμως πως εγώ ακόμη ήθελα να προχωρήσω πιο βαθιά και
να ανακαλύψω νέα πράγματα. Δεν μου έφταναν όσα είδα.
 Όταν πια είχαμε εκατό περίπου μέτρα απόσταση από το αμάξι μας
(ακόμη δεν βλέπαμε τίποτα λόγω του φιδίσιου μονοπατιού) γυρνάω,
καθώς βρισκόμουν στη μέση της παρέας να μιλήσω στον Δ. τα μάτια
μου όμως άνοιξαν διάπλατα και το στόμα μου δεν έβγαζε λέξης για
μερικά δευτερόλεπτα. 50εκ. πιο πάνω από το κεφάλι του Δ. βρισκόταν
ένας μαύρος εξασθενημένος καπνός 2 περίπου μέτρων και κινούταν με
τον ίδιο ρυθμό του φίλου μου.
 «Τι έπαθες ρε?» με ρώτησε ξέπνοος πιστεύοντας όμως παράλληλα πως
μπορεί να έκανα και φάρσα. «Πάμε να φύγουμε τώρα!» είπε έντονα
κοφτά χωρίς να φωνάξω με δύναμη.
Φυσικά δεν ήθελα να τον τρομάξω και να χάσει την ψυχραιμία του
οπότε δεν του είπα τίποτα εκείνη τη στιγμή. (Θέλω να σημειώσω πως
τα 2 μέλη της παρέας είχαν φοβηθεί τόσο πολύ που είχαν ΗΔΗ φτάσει
στο αμάξι.
 Φανταστείτε με τι ταχύτητα θα κινούσαν τα πόδια τους. Οπότε
είχαμε μείνει πίσω 4 άτομα) Καθώς γύρισα μπροστά μου για να
συνεχίσουμε το δρόμο μας ένα κλαδί έσπασε 2 περίπου μέτρα πιο
μπροστά από τα πόδια μου.
Η ψυχραιμία μου χάθηκε παντελώς εκείνη τη στιγμή και εννοείτε και
των υπολοίπων. Ο ήχος μας τρύπησε τα αφτιά μέσα στην χειμερινή
βουνίσια σιωπή.
 Ο αέρας είχε κοπάσει και υπήρχε μονάχα παγωνιά πια. Τίποτα δεν
ακουγόταν τόση ώρα μπροστά στο δρόμο μας. Και τώρα ξαφνικά
βρισκόταν κάτι ακριβώς μπροστά μας.
 Φτάσαμε με την καρδιά να πιάνει 200 παλμούς το λεπτό στο
αυτοκίνητο σε χρόνο μηδέν βάλαμε μπροστά και φύγαμε. Καθώς τα μέλη
του σώματός μας άρχιζαν να ζεσταίνονται και το μυαλό μας να
επαναλειτουργεί, αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας όλα όσα είδε άκουσε
και ένιωσε ο καθένας. Η εμπειρία ξανακύλησε μέσα μας με θαυμασμό
πλέον και δέος για τα όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ.



Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου